Blog

Τι είναι η αισθητηριακή ολοκλήρωση και πώς μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά με αυτισμό;

Στα πλαίσια διημερίδας στο πολεμικό μουσείο για τον αυτισμό η κα Ελίντα Καλπογιάννη (MSc  Εργοθεραπεύτρια) μας εξηγεί με πολύ κατανοητό τρόπο τι ακριβώς είναι η αισθητηριακή ολοκλήρωση αλλά και πώς αυτή η παρέμβαση μπορεί να βοηθήσει πραγματικά τα παιδιά με αυτισμό.

«Καλημέρα σας! Το περιεχόμενο της ομιλίας μου αφορά τη θεωρία της αισθητηριακής ολοκλήρωσης και το πώς η παρέμβαση αυτή μπορεί να είναι χρήσιμη για παιδιά με αυτισμό.

Ας δούμε πρώτα απ’ όλα σε τι αναφέρεται ο όρος ‘Αισθητηριακή Ολοκλήρωση’ (Sensory Integration). Αναφέρεται βέβαια σε μια νευρολογική διαδικασία, επίσης όμως αναφέρεται σε μια θεωρία που μιλάει για τη σχέση της νευρολογικής αυτής διαδικασίας και της συμπεριφοράς.

Η αισθητηριακή ολοκλήρωση λοιπόν είναι μια νευροβιολογική διαδικασία που οργανώνει τις αισθήσεις από το σώμα και το περιβάλλον. Καθιστά δε δυνατή την αποτελεσματική χρήση του σώματος μέσα στο περιβάλλον. Μιλάμε λοιπόν για επεξεργασία πληροφοριών. Το νευρικό μας σύστημα δέχεται συνεχώς μια πλειάδα ερεθισμάτων, τα οποία ερμηνεύονται, σχετίζονται μεταξύ τους και ενοποιούνται.

Επειδή όμως θα αναφερθούμε αρκετά στα αισθητηριακά συστήματα, θα ήθελα να ξεκαθαρίσουμε εξ’ αρχής το για ποιες αισθήσεις συζητάμε.

Είμαι σίγουρη ότι όλοι σας εδώ ξέρετε τις 5 αισθήσεις, τις έχουμε διδαχθεί από πολύ μικρά παιδιά: η όραση, η ακοή, η όσφρηση, η γεύση, η αφή. Εδώ όμως θα συζητήσουμε και για δύο άλλες αισθήσεις, οι οποίες είναι πολύ κεντρικές στη θεωρία της αισθητηριακής ολοκλήρωσης.

Η πρώτη απ’ αυτές είναι η ιδιοδεκτικότητα. Είναι μια αίσθηση που τη λαμβάνουμε από τους μυς, τους τένοντες και τις αρθρώσεις και μας δίνει πληροφορίες για το πού βρίσκονται τα μέλη του σώματός μας στο χώρο. Ακόμα δηλαδή και με κλειστά μάτια ή χωρίς να κοιτάμε, ξέρουμε κάθε στιγμή πού βρίσκονται τα μέλη μας.

Η άλλη αίσθηση είναι μια αίσθηση που δεχόμαστε από το αιθουσαίο σύστημα, που βρίσκεται μέσα στο εσωτερικό αυτί μας και μας δίνει πληροφορίες για τη θέση του κεφαλιού μας και για τη φορά και ταχύτητα της κίνησής μας. Αυτή η αίσθηση είναι γνωστή και σαν αίσθηση της κίνησης ή αίσθηση της ισορροπίας.

Στην αισθητηριακή ολοκλήρωση, αναφερόμαστε ιδιαίτερα στις 3 τελευταίες από αυτές τις αισθήσεις, στην αφή, στην ιδιοδεκτικότητα και στην αιθουσαία αίσθηση. Αυτό δε σημαίνει πως δε θεωρούνται σημαντικές και οι υπόλοιπες αισθήσεις, ιδιαίτερη όμως έμφαση στη συγκεκριμένη θεωρία δίνεται στις τρεις αυτές αισθήσεις.

Η θεωρία της αισθητηριακής ολοκλήρωσης, αναπτύχθηκε από μια εργοθεραπεύτρια που λεγόταν Τζιν ‘Ειρς (Jean Ayres). Η Έιρς έβαλε τις βάσεις για τη θεωρία της αισθητηριακής ολοκλήρωσης τη δεκαετία του εξήντα. Έγινε γνωστή τόσο για το σημαντικό κλινικό της έργο, όσο και για την ερευνητική της δουλειά. Ανέπτυξε κάποια από τα κύρια αξιολογητικά εργαλεία αυτής της θεωρίας όπως τοSouthern California Test of Sensory Integration και το Sensory Integration and Praxis Test.

Η θεωρία αυτή μπορεί να χωριστεί σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος της αναφέρεται στη φυσιολογική διαδικασία ανάπτυξης της αισθητηριακής ολοκλήρωσης. Το δεύτερο μέρος αναφέρεται στις διαταραχές, τις ορίζει και τις περιγράφει. Το τρίτο μέρος είναι αυτό το οποίο μας δίνει κατευθύνσεις για θεραπευτική παρέμβαση.

Κατ’ αντιστοιχία με τα τρία αυτά μέρη της θεωρίας, έχουμε και 3 βασικές αρχές. Η πρώτη από τις βασικές αρχές, μας λέει ότι η δυνατότητα του ατόμου για μάθηση, εξαρτάται από την ικανότητά του να λαμβάνει τις αισθητηριακές πληροφορίες από το περιβάλλον και από το σώμα του, να τις επεξεργάζεται και να τις ενοποιεί στο νευρικό σύστημα και να τις χρησιμοποιεί για να σχεδιάζει και να οργανώνει τη συμπεριφορά του.

Η δεύτερη αρχή μας μιλάει για το τι συμβαίνει όταν υπάρχει διαταραχή. Όταν το άτομο παρουσιάζει διαταραχή στην επεξεργασία και ολοκλήρωση των αισθητηριακών ερεθισμάτων, τότε διαταράσσεται η οργάνωση και η εκτέλεση της συμπεριφοράς του και αυτό επηρεάζει τη μάθησή του, σε κινητικό και σε γνωστικό επίπεδο.

Η τρίτη αρχή, έχει να κάνει με την παρέμβαση. Μας λέει ότι η παροχή ευκαιριών για ενισχυμένη αισθητηριακή πρόσληψη, μέσα πάντα σε ένα πλαίσιο δραστηριότητας που έχει νόημα για το άτομο και ενώ το άτομο συνεχώς οργανώνει προσαρμοστική συμπεριφορά, θα έχει επίπτωση στο να βελτιώσει την ικανότητα του νευρικού συστήματος για επεξεργασία και οργάνωση των αισθητηριακών ερεθισμάτων. Αυτό με τη σειρά του θα βελτιώσει τη μάθηση του ατόμου σε γνωστικό και κινητικό επίπεδο.

Αυτές είναι οι βασικές αρχές της θεωρίας. Όπως όμως κάθε θεωρία, έτσι και η θεωρία της αισθητηριακής ολοκλήρωσης, έχει βασιστεί σε κάποιες υποθέσεις και θα ήθελα να κάνουμε μια γρήγορη αναφορά σε αυτές.

Η πρώτη υπόθεση, είναι ότι υπάρχει πλαστικότητα στο νευρικό σύστημα και ιδιαίτερα στο νευρικό σύστημα των πολύ μικρών παιδιών.

Η δεύτερη είναι ότι η διαδικασία της αισθητηριακής ολοκλήρωσης ακολουθεί μια αναπτυξιακή πορεία.

Η τρίτη υπόθεση αναφέρεται στο νευρικό σύστημα και υποστηρίζει πως αν και λειτουργεί βέβαια σαν ένα ενιαίο σύνολο, υπάρχει μια ιεράρχηση στην οργάνωση των δομών του. Μάλιστα αρκετές από τις λειτουργίες για τις οποίες συζητάμε στην αισθητηριακή ολοκλήρωση, θεωρούμε ότι συμβαίνουν σε ‘κατώτερα’ κέντρα, όχι στον εγκεφαλικό φλοιό π.χ. στο στέλεχος.

Η επόμενη υπόθεση είναι ότι η παραγωγή προσαρμοστικής συμπεριφοράς από το άτομο, προωθεί την αισθητηριακή ολοκλήρωση, αλλά από την άλλη  η δυνατότητα του ατόμου για παραγωγή προσαρμοστικής συμπεριφοράς, είναι ενδεικτική της αισθητηριακής του ολοκλήρωσης, καθρεπτίζει δηλαδή την ικανότητά του για αισθητηριακή ολοκλήρωση.

Ξέρω ότι έχουμε αναφέρει ξανά τον όρο προσαρμοστική συμπεριφορά και επειδή είναι πολύ κεντρικός, θα ήθελα να δούμε σε τι αναφέρεται.

Η προσαρμοστική συμπεριφορά είναι σκόπιμη, στοχοκατευθυνόμενη συμπεριφορά και βοηθάει το άτομο να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του περιβάλλοντος και να μαθαίνει νέες δεξιότητες. Μέσα δε στη θεραπεία θέλουμε οι προκλήσεις οι οποίες παρουσιάζουμε να είναι τέτοιες, ώστε το άτομο να μαθαίνει μεν νέες δεξιότητες, αλλά και οι προκλήσεις να μην είναι τόσο μεγάλες ώστε το άτομο να αποτυγχάνει. Πρέπει να υπάρχει μια χρυσή τομή, μια σωστή πρόκληση, έτσι ώστε να έχουμε επιτυχία από το άτομο, να μαθαίνει, αλλά και να επιτυγχάνει.

Γυρνώντας στις υποθέσεις που συζητούσαμε πριν, η τελευταία από τις υποθέσεις είναι ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα εσωτερικό κίνητρο για να αναπτύξουν την αισθητηριακή ολοκλήρωση μέσα από τη συμμετοχή τους σε αισθητηριοκινητικές δραστηριότητες. Η έννοια του εσωτερικού κινήτρου είναι πολύ κεντρική στη θεραπεία της αισθητηριακής ολοκλήρωσης.

Μέχρι στιγμής μιλήσαμε για τη θεωρία και αναφερθήκαμε στις βασικές αρχές και στις υποθέσεις στις οποίες βασίστηκε. Θα ήθελα τώρα να δούμε το πώς λειτουργεί αυτή η διαδικασία της αισθητηριακής ολοκλήρωσης.

Για να καταλάβουμε καλύτερα αυτή τη διαδικασία θα χρησιμοποιήσουμε σαν παράδειγμα τους εαυτούς μας. Είμαστε όλοι εδώ, σε ένα χώρο που εκ πρώτης όψεως δε φαίνεται να έχει και πάρα πολλά ερεθίσματα. Παρ’ όλα αυτά αυτή τη στιγμή δεχόμαστε πολλά ερεθίσματα τα οποία μπορεί να μη σκεφτόμαστε.

Για παράδειγμα με τα μάτια βλέπετε τις διαφάνειες που σας δείχνω, βλέπετε εμένα που μιλάω, τα φώτα του δωματίου, τους ανθρώπους γύρω σας, τις σημειώσεις που κρατάτε.

Με τα αυτιά σας ακούτε τη φωνή μου, αλλά ακούτε και τον ήχο από τον προβολέα, όπως και τους ανθρώπους γύρω σας που αναπνέουν, που βήχουν ή που μιλάνε.

Μέσω της αφής δέχεστε ερεθίσματα από τα ρούχα σας, από τα μαλλιά σας, τα κοσμήματά σας, από την καρέκλα που κάθεστε.

Μέσω της ιδιοδεκτικότητας παίρνετε πληροφορίες για το πού είναι τα μέλη σας και το που πέφτει το βάρος του σώματός σας και κάθε φορά που κουνιέστε ή σκύβετε να πιάσετε κάτι από τη τσάντα σας, το εσωτερικό σας αυτί σας δίνει πληροφορίες για την κίνηση, έτσι ώστε να μην πέσετε κάτω.

Βέβαια έχετε πληροφορίες και από την όσφρηση για τις μυρωδιές μέσα στην αίθουσα καθώς και από τη γεύση, πιθανά να μασάτε τσίχλα ή να ήπιατε καφέ πιο πριν.

Αν, έστω και για μια στιγμή, όλοι εμείς δίναμε την ίδια σημασία σε όλα αυτά τα ερεθίσματα και στα πολλά άλλα που δεν αναφέραμε, δε θα υπήρχε καμία περίπτωση να λειτουργήσουμε, θα χανόμασταν μέσα σε αυτά.

Αυτό που γίνεται είναι ότι μέσα στο νευρικό μας σύστημα, χωρίς να προλάβουμε καν να το σκεφτούμε, γίνεται ένα ξεκαθάρισμα και με κάποιο τρόπο εμείς δίνουμε σημασία σε κάποια από αυτά τα ερεθίσματα και όχι σε άλλα.

Για παράδειγμα εσείς τώρα, ελπίζω, να έχετε προσανατολιστεί στη δική μου φωνή και όχι σε όλα τα άλλα ερεθίσματα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι αφού προσανατολιστούμε σε κάποια από τα ερεθίσματα μπορούμε να  τα επεξεργαστούμε και να τα ερμηνεύσουμε. Αφού ερμηνεύσουμε τα ερεθίσματα οργανώνουμε την αντίδρασή μας και την εκτελούμε. Η συμπεριφορά μας αυτή μπορεί να είναι μια γνωστική, μια συναισθηματική ή μια κινητική αντίδραση.

Για παράδειγμα μπορείτε να ακούτε τη φωνή μου και να σκέφτεστε αν αυτά που λέω έχουν ενδιαφέρον ή όχι. Μπορεί να έχετε ένα συναίσθημα ανυπομονησίας να τελειώσω γιατί νιώθετε κουρασμένοι και θέλετε να βγείτε έξω από την αίθουσα για να πιείτε καφέ ή μπορεί να έχετε μια κινητική αντίδραση, όπως όταν γράφετε σημειώσεις. Από τη στιγμή που έχετε μια τέτοια αντίδραση βέβαια, καταλαβαίνετε ότι ο κύκλος ξεκινάει ξανά από την αρχή.

Με τα παραδείγματα αυτά ελπίζω να έγιναν πιο κατανοητά κάποια στοιχεία για την επεξεργασία αισθητηριακών ερεθισμάτων. Σήμερα όμως μαζευτήκαμε εδώ για να μιλήσουμε για τα παιδιά με αυτισμό, γι’ αυτό θα ήθελα να εστιαστούμε σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι της αισθητηριακής ολοκλήρωσης, στην αισθητηριακή ρύθμιση (sensory modulation).

Είπαμε ότι το νευρικό μας σύστημα δέχεται συνεχώς πληροφορίες, ερεθίσματα, καθ’ ένα απ’ τα οποία έχει κάποια χαρακτηριστικά όπως η ένταση, η συχνότητα, η διάρκεια, η πολυπλοκότητα, καθώς και το αν είναι καινούργιο ή όχι. Ο εγκέφαλός μας λοιπόν προσπαθεί να ρυθμίσει τις εισερχόμενες πληροφορίες, μέσω δύο διαδικασιών. Της διευκόλυνσης και της αναστολής.

Προσπαθούμε, λοιπόν, να διαμορφώσουμε μια ισορροπία μεταξύ της εξοικείωσης σε ερεθίσματα και της ευαισθητοποίησης σ’ αυτά, έτσι ώστε να μπορούμε να διαμορφώσουμε μια προσαρμοστική συμπεριφορά. Είναι σημαντικό να διατηρούμε ένα επίπεδο διέγερσης που να ευνοεί τη λειτουργικότητα, να μην είμαστε ληθαργικοί αλλά ούτε και σε συνεχή ένταση. Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να υπάρχει μια ισορροπία.

Αφού λοιπόν δεχθούμε ένα ερέθισμα θα έχουμε μια αντίδραση. Ο βαθμός, η ένταση και η ποιότητα της αντίδρασής μας αυτής, πρέπει να είναι ανάλογη με την περιβαλλοντική απαίτηση και με το ερέθισμα που δεχθήκαμε. Όταν υπάρχουν δυσκολίες στην αισθητηριακή ρύθμιση, τότε οι αντιδράσεις μας σε ερεθίσματα μπορεί να είναι πολύ μειωμένες, οπότε μιλάμε για υπό – αντιδραστικότητα ή μπορεί να είναι πολύ αυξημένες, οπότε εκεί μιλάμε για υπέρ – αντιδραστικότητα.

Εδώ θα ήθελα πάλι να δούμε κάποια παραδείγματα που να τα έχουμε νιώσει κι εμείς, γιατί μερικές φορές είναι δύσκολο να μπούμε στη θέση ενός παιδιού που έχει διαταραχές στην αισθητηριακή ρύθμιση, κάποια πράγματα όμως που συμβαίνουν στον τυπικό πληθυσμό μπορούμε να τα καταλάβουμε. Για παράδειγμα από εμάς εδώ θα υπάρχουν κάποιοι που με το που αγοράζουν καινούρια ρούχα και πάνε σπίτι, το πρώτο πράγμα που κάνουν είναι ότι κόβουν τις ετικέτες. Το κάνουν αυτό γιατί ξέρουν από την εμπειρία τους ότι αν φορέσουν το ρούχο με την ετικέτα πίσω,  θα τους ενοχλεί τόσο πολύ που όλη την ώρα θα ασχολούνται με αυτό και δε θα μπορούν να συγκεντρωθούν. Κάποιοι άλλοι όμως θα αγοράσουν την ίδια μπλούζα και δε θα έχουν κανένα απολύτως πρόβλημα. Εκεί μιλάμε για μια ιδιαιτερότητα, για μια αυξημένη αντίδραση σε ένα απτικό ερέθισμα που σε άλλους ανθρώπους δεν είναι δυσάρεστο.

Ένα άλλο παράδειγμα, αυτή τη φορά με ένα απτικό ερέθισμα στη στοματική περιοχή. Φαντάζομαι ότι στους περισσότερους εδώ μέσα αρέσουν τα φρούτα, όπως τα βερίκοκα ή τα ροδάκινα. Υπάρχουν όμως κάποιοι άνθρωποι ανάμεσά μας οι οποίοι δεν αντέχουν αυτό το χνούδι που έχουν αυτά τα φρούτα, οπότε αν τα βάλουν στο στόμα τους ανατριχιάζουν, ή έχουν αίσθηση αηδίας. Άλλοι πάλι δε μπορούν καν να τα αγγίξουν, βρίσκουν την αίσθηση πολύ δυσάρεστη. Πάλι μιλάμε για μια αυξημένη αντίδραση σε ένα ερέθισμα που σε άλλους ανθρώπους πάλι στον τυπικό πληθυσμό, δε δημιουργεί αποστροφή.

Αν κάποιος λοιπόν παρουσιάζει μία τέτοια αντίδραση σημαίνει πως έχει δυσκολίες αισθητηριακής ρύθμισης; Όχι. Πολλά όμως παιδιά με αυτισμό έχουν δυσκολίες αισθητηριακής ρύθμισης. Γιατί εκεί δε μιλάμε για μια απομονωμένη αντίδραση η οποία υπάρχει μέσα σε ένα πλαίσιο φυσιολογικών αντιδράσεων. Εκεί μιλάμε για πολλές τέτοιες αντιδράσεις, συχνά πολύ ισχυρές που δημιουργούν έντονη συναισθηματική αντίδραση στο παιδί. Το παιδί δυσκολεύεται δε πολύ μετά να ηρεμήσει, κι αυτό είναι μια ακόμη διαφορά.

Βέβαια όλες οι αντιδράσεις και τα ερεθίσματα, έχουν να κάνουν και με το περιβάλλον στο οποίο συμβαίνουν και τις συνθήκες στις οποίες συμβαίνουν. Δεν αντιδρούμε στο κάθε ερέθισμα πάντα το ίδιο. Είναι διαφορετικό να μου συμβεί κάτι όταν είμαι ήρεμη και διαφορετικό όταν είμαι σε ένταση. Για παράδειγμα ένα ερέθισμα π.χ. απτικό. Έστω ότι είμαι στο σπίτι, ξέρω ότι ο άντρας μου λείπει και ξέρω ότι θα γυρίσει την επόμενη μέρα, γιατί είναι εκτός Αθηνών. Έχει φτάσει βράδυ, κάθομαι και διαβάζω ένα βιβλίο ήρεμα στο σαλόνι και ξαφνικά νιώθω στον ώμο μου ένα χτύπημα και πετάγομαι το ταβάνι! Αντιμετώπισα το ερέθισμα σαν  κάτι το επικίνδυνο.

Το απτικό ερέθισμα αυτό από μόνο του δεν είναι επικίνδυνο, το αντιμετώπισα σαν επικίνδυνο γιατί πίστευα ότι είμαι μόνη μου στο σπίτι. Τελικά όταν αποδεικνύεται ότι είναι ο άντρας μου που γύρισε νωρίτερα, ηρεμώ και η ιστορία μας τελειώνει εκεί.

Κάποιες φορές λοιπόν τα ερεθίσματα δεν μπορούμε να τα κρίνουμε από μόνα τους, αλλά μέσα στο πλαίσιο στο οποίο συμβαίνουν και σύμφωνα με τη δική μας κατάσταση. Αυτό πρέπει να το θυμόμαστε πολύ περισσότερο βέβαια σε παιδιά τα οποία έχουν αυτισμό και έχουν δυσκολίες ρύθμισης, οπότε είναι πολύ πιο δύσκολο να εξηγήσουμε τι τελικά τα ενοχλεί.

Ας δούμε όμως κάποια κοινά παραδείγματα συμπεριφορών τις οποία εμφανίζουν παιδιά με αυτισμό, που είναι ενδεικτικές δυσκολιών αισθητηριακής ρύθμισης:

Μπορεί να αποφεύγουν το άγγιγμα ή τη σωματική επαφή.

Μπορεί να μη θέλουν να αγγίζουν πλαστελίνη, δαχτυλομπογιές, ενώ είναι σε μια ηλικία που θα περιμέναμε να τους αρέσoυν αυτά.

Αντιδρούν άσχημα  σε καθημερινές δραστηριότητες, όπως είναι το λούσιμο, το πλύσιμο των δοντιών, το βούρτσισμα των μαλλιών. Όταν λέω άσχημα, εννοώ με κλάμα, με το να φεύγουν, να χτυπάνε κ.λπ.

Έχουν δυσκολίες σε σχέση με τα ρούχα που φοράνε. Μπορεί να μην ανέχονται κάποια υλικά καθόλου, να νιώθουν ότι τους πονάνε ή τους γδέρνουν. Να μην ανέχονται ετικέτες ή να μην μπορούν να φορέσουν κάλτσες ή παπούτσια.

Συχνά παρουσιάζουν δυσκολίες στο φαγητό. Το πέρασμα από την αλεσμένη στη στερεά τροφή, πολύ συχνά είναι δύσκολο και ακόμα και  μετά μπορεί να επιλέγουν συγκεκριμένες υφές φαγητών, μόνο μαλακές τροφές, μόνο τραγανές τροφές ή συγκεκριμένες θερμοκρασίες.

Μπορεί να δείχνουν έντονη ενόχληση ή και φόβο από δυνατούς ή ξαφνικούς ήχους, όπως είναι η ηλεκτρική σκούπα, ένας σκύλος που γαβγίζει, ένα μηχανάκι. Πιθανά να φοβούνται τις σκάλες, τα ύψη ή την κίνηση.

Τα παραπάνω παραδείγματα αφορούν συμπεριφορές που μας δείχνουν υπέρ – αντιδραστικότητα, μια υπέρ – ευαισθησία. Οι συμπεριφορές στις οποίες θα αναφερθούμε τώρα, είναι συμπεριφορές που είναι ενδεικτικές υπο-αντιδραστικότητας.

Μπορεί ένα παιδί να γυρίζει γύρω – γύρω για πολλή ώρα χωρίς να δείχνει ότι ζαλίζεται.

Να βάζει συχνά αντικείμενα στο στόμα του, σχεδόν τα πάντα, ενώ δεν είναι σε ηλικία που αναπτυξιακά είναι αναμενόμενο.

Να μη δείχνει να καταλαβαίνει ότι έχει χτυπήσει, ενώ εμείς βλέπουμε εκδορές, μελανιές.

Να μην αντιδρά σε ξαφνικούς ή έντονους ήχους στο περιβάλλον του, να φαίνεται να μην τους προσέχει καν.

Η βιβλιογραφία και η έρευνα που αναφέρεται στον αυτισμό, μας έχει δώσει αρκετά στοιχεία που μας βοηθάνε στο να καταλάβουμε καλύτερα αυτές τις δυσκολίες. Πρώτα απ’ όλα σε ανατομικές μελέτες έχουν βρεθεί κάποιες διαφορές σε άτομα με αυτισμό, όσον αφορά κάποιες δομές του εγκεφάλου που ξέρουμε ότι συνδέονται με την επεξεργασία αισθητηριακών ερεθισμάτων, όπως είναι η αμυγδαλή, ο ιππόκαμπος και η παρεγκεφαλίδα.

Επίσης, τόσο οι μελέτες όσο και η κλινική παρατήρηση έχουν δείξει πως τα άτομα με αυτισμό παρουσιάζουν διαφορές στις αντιδράσεις τους σε αισθητηριακά ερεθίσματα, σε σχέση πάντα με τα τυπικά άτομα.

Τα παιδιά με αυτισμό σε αξιολόγηση της αισθητηριακής ολοκλήρωσης συγκεκριμένα στο Sensory Integration and Praxis Test (SIPT), έδειξαν σημαντικά χαμηλή επίδοση σε όλες τις δοκιμασίες της πράξης, καθώς και στους τομείς της επεξεργασίας απτικών, ιδιοδεκτικών και αιθουσαίων ερεθισμάτων. Ακόμη όμως και εκτός της βιβλιογραφίας της αισθητηριακής ολοκλήρωσης και της εργοθεραπείας, πάλι οι μη τυπικές αντιδράσεις των ατόμων με αυτισμό στα αισθητηριακά ερεθίσματα, υπολογίζονται γύρω στο 42% – 76%.

Τέλος και χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι λιγότερο σημαντικό, υπάρχουν και οι μαρτυρίες ανθρώπων με αυτισμό, κυρίως ενηλίκων, οι οποίοι έχουν μιλήσει για τη ζωή τους και την εμπειρία τους, οι οποίοι συχνά αναφέρονται σε δυσκολίες σε σχέση με την πρόσληψη και την επεξεργασία των αισθητηριακών ερεθισμάτων και πολύ γλαφυρά μας έχουν δώσει τις δυσκολίες που έχουν βιώσει και το πώς πολλές φορές τους προκαλεί σύγχυση ή τους είναι ακόμη και επώδυνη η διαδικασία αυτή. Οι μαρτυρίες αυτές κάνουν ακόμη πιο ξεκάθαρο το πόσο σημαντικό είναι να καταλάβουμε περισσότερο τις δυσκολίες αυτές ώστε να μπορέσουμε να βοηθήσουμε πιο αποτελεσματικά τους ανθρώπους με αυτισμό.

Τα άτομα με αυτισμό λοιπόν παρουσιάζουν συχνά δυσκολίες στους αισθητηριακούς τομείς της καταγραφής, του προσανατολισμού σε ερεθίσματα, της αισθητηριακής ρύθμισης και της αυτορύθμισης, της επεξεργασίας και διάκρισης αισθητηριακών ερεθισμάτων και της πράξης, ιδιαίτερα στο στοματοκινητικό τομέα.

Ξέρω ότι αναφέρθηκα πάλι σε αυτόν τον όρο ‘πράξις’ και ίσως κάποιοι να μην είναι πολύ ξεκάθαροι στο τι σημαίνει. Η πράξη (ή πραξία) αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου για σύλληψη, προγραμματισμό και εκτέλεση μιας νέας σκόπιμης δράσης. Είναι κάτι πολύ σημαντικό γιατί με αυτό τον τρόπο μαθαίνουμε καινούρια πράγματα, καινούριες κινήσεις. Αυτή η πολύ σημαντική λειτουργία, περιλαμβάνει τα παρακάτω βήματα:

α) τον ιδεασμό, να σκεφτώ τι είναι αυτό που θέλω να κάνω

β) τον κινητικό σχεδιασμό, να οργανώσω αυτή την καινούρια κίνηση

γ) την εκτέλεση.

Τα παιδιά με αυτισμό αντιμετωπίζουν συχνά δυσκολίες στους τομείς αυτούς της πράξης, με αποτέλεσμα να
δυσκολεύονται να κατακτήσουν νέες δεξιότητες, που τα επηρεάζει στην καθημερινή τους ζωή.

Μέχρι τώρα αναφερθήκαμε στις διάφορες δυσκολίες των  παιδιών με αυτισμό που σχετίζονται με δυσκολίες στην αισθητηριακή ολοκλήρωση. Τώρα θα μιλήσουμε λίγο για τη θεραπευτική παρέμβαση.

Πρώτα απ’ όλα  η παρέμβαση αισθητηριακής ολοκλήρωσης είναι μια εξατομικευμένη παρέμβαση, δεν υπάρχουν συνταγές, γιατί κάθε παιδί είναι διαφορετικό και έχει τις δικές του ανάγκες.

Η παρέμβαση βέβαια βασίζεται στα ευρήματα μιας εξειδικευμένης και συστηματικής αξιολόγησης. Γι’ αυτή χρησιμοποιούνται πολλές και διάφορες μέθοδοι σταθμισμένες και μη.

Ο στόχος της θεραπείας είναι η ανάπτυξη της προσαρμοστικής αντίδρασης από το άτομο. Δε μιλάμε λοιπόν για απλό αισθητηριακό ερεθισμό και αυτό νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό να το ξεκαθαρίσουμε, γιατί υπάρχουν και άλλες θεωρίες που αναφέρονται στις αισθήσεις που ακολουθούν διαφορετική πρακτική. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να πούμε ότι σε αυτή την παρέμβαση δεν αρκεί ο αισθητηριακός ερεθισμός. Το άτομο πρέπει να είναι ενεργητικό, πρέπει να κάνει προσαρμοστικές αντιδράσεις για να θεωρήσουμε ότι όντως ενεργοποιείται το νευρικό του σύστημα και μαθαίνει. Τα ερεθίσματα ελέγχονται συνεχώς από το θεραπευτή, ανάλογα με τις αντιδράσεις του ατόμου, πρέπει δηλαδή ο θεραπευτής να είναι συνεχώς σε εγρήγορση, για το τι συμβαίνει στο άτομο. Η θεραπεία πρέπει να δίνεται βέβαια από εργοθεραπευτή, με εξειδικευμένη εκπαίδευση σε αυτή τη συγκεκριμένη θεωρία.

Τα αποτελέσματα της θεραπείας μπορούμε να τα δούμε στην αυτορύθμιση του παιδιού, στην πράξη, στις κινητικές δεξιότητες, αδρής και λεπτής κίνησης στο παιχνίδι και γενικά στην ετοιμότητά του για μάθηση.

Θα ήθελα να δούμε λίγο τους τύπους θεραπευτικής παρέμβασης της αισθητηριακής ολοκλήρωσης. Ο πρώτος είναι η κλασική παρέμβαση αισθητηρικής ολοκλήρωσης, που είναι ατομική παρέμβαση και γίνεται σε έναν ειδικά διαμορφωμένο και εξοπλισμένο χώρο.

Το περιβάλλον είναι πολύ σημαντικό όταν μιλάμε για ατομική θεραπευτική παρέμβαση. Ο θεραπευτικός χώρος είναι ένας, συνήθως μεγάλος χώρος, ο οποίος πρέπει να είναι ασφαλής, έτσι ώστε το παιδί να μπορεί να κινείται όσο το δυνατόν ανεξάρτητα για να κάνει τις διάφορες δραστηριότητες. Πρέπει να είναι ευέλικτος, έτσι ώστε να μπορούμε να τον διαμορφώνουμε με τα διάφορα κομμάτια εξοπλισμού, για τις ανάγκες του συγκεκριμένου παιδιού.

Ο εξοπλισμός είναι σχεδιασμένος ώστε να δίνει ερεθίσματα στα αισθητηριακά συστήματα στα οποία αναφερθήκαμε στην αρχή. Υπάρχει εξοπλισμός που στοχεύει στον ερεθισμό του αιθουσαίου σύστηματος, όπως είναι ο αιωρούμενος εξοπλισμός, οι λεγόμενες κούνιες. Μη φανταστείτε κούνιες της παιδικής χαράς, είναι πολύ πιο ογκώδεις, σε διάφορα σχήματα και με πολλά και διαφορετικά υλικά, έτσι ώστε το παιδί να μπορεί να χρησιμοποιεί το σώμα του και να παίρνει αισθητηριακά ερεθίσματα αιθουσαίου τύπου. Υπάρχουν ακόμη ράμπες με πατίνια, τραμπολίνα, ρολά, στρώματα και μέρη που σκαρφαλώνει το παιδί για ιδιοδεκτικά ερεθίσματα. Για απτικά ερεθίσματα χρησιμοποιούνται ποικίλα υλικά, όπως υφάσματα, αφρός, φακές, μακαρόνια, δαχτυλομπογιές, πλαστελίνες, κ.α.. Θα δούμε και ένα βίντεο έτσι ώστε να δείτε πως είναι διαμορφωμένος ο χώρος της θεραπείας.

Η ατομική θεραπεία για το παιδί, όταν είναι πετυχημένη, μοιάζει με παιχνίδι. Το παιδί νιώθει ότι πάει και παίζει και σε έναν παρατηρητή, ο οποίος δεν ξέρει τι γίνεται, πάλι καλώς εχόντων των πραγμάτων η παρέμβαση μοιάζει με παιχνίδι.

Η αισθητηριακή ολοκλήρωση είναι μια παιδοκεντρική θεραπεία. Το παιδί είναι συμμέτοχος σε αυτό που συμβαίνει και με χαρά παίρνει μέρος στην παρέμβαση. Εφόσον ο θεραπευτής είναι καλός στην τέχνη της θεραπείας, πρέπει το παιδί να λαμβάνει ευχαρίστηση από την ίδια τη δραστηριότητα, ώστε να μη χρειάζεται να υπάρχει εξωτερική αμοιβή, η ίδια η δραστηριότητα δηλαδή λειτουργεί ενισχυτικά για το παιδί.

Εκτός από την ατομική θεραπεία υπάρχει και η ομαδική παρέμβαση, την οποία μπορεί να επιλέξουμε ανάλογα με τις ανάγκες του παιδιού. Μας δίνει τη δυνατότητα να έχουμε αλληλεπίδραση και επικοινωνία μεταξύ των παιδιών. Είναι σημαντικό και στην ομαδική παρέμβαση να δίνεται όσο είναι δυνατόν προσοχή στις συγκεκριμένες ανάγκες του κάθε παιδιού. Στην ομαδική παρέμβαση ο αριθμός των παιδιών είναι μικρός, μπορεί να έχουμε μόνο δύο παιδιά, και μπορεί να υπάρχουν παραπάνω από έναν θεραπευτές.

Ένας άλλος τύπος παρέμβασης είναι η συμβουλευτική, η οποία γίνεται στους γονείς, στους δασκάλους ή σε άλλους σημαντικούς ανθρώπους στο περιβάλλον του παιδιού και στο ίδιο το παιδί, εφόσον είναι σε ηλικία που μπορεί να γίνει αυτό, έτσι ώστε να ξεκαθαριστούν τρόποι που μπορεί να βοηθήσουν το παιδί να ανταποκρίνεται καλύτερα στην καθημερινότητά του.

Υπάρχουν επίσης προσαρμογές που γίνονται στο περιβάλλον, είτε με εξοπλισμό, ώστε το παιδί να μπορεί να παίρνει τα ερεθίσματα που χρειάζεται, είτε με προσαρμογές στις δραστηριότητες και το πώς αυτές συμβαίνουν, για να μπορεί το παιδί να ανταποκρίνεται καλύτερα.

Ακόμη θα ήθελα επιγραμματικά να αναφερθώ στην ‘αισθητηριακή δίαιτα’, η οποία είναι μια ιδέα που βασίζεται στην αισθητηριακή ολοκλήρωση. Στην παρέμβαση αυτή το παιδί, καθ’όλη τη διάρκεια της ημέρας, παίρνει σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές αισθητηριακά ερεθίσματα τα οποία χρειάζεται για να ρυθμίζεται καλύτερα, να διατηρεί καλύτερο επίπεδο διέγερσης, οργάνωσης και προσοχής. Όπως στην κανονική μας δίαιτα παίρνουμε πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, λίπη με τα γεύματά μας κάθε μέρα για να λειτουργεί το σώμα μας, αντίστοιχα μέσα από την αισθητηριακή δίαιτα, το παιδί παίρνει αισθητηριακές πληροφορίες, αισθητηριακά ερεθίσματα για να μπορεί να διατηρήσει ένα καλύτερο επίπεδο ρύθμισης και προσοχής.

Εδώ τελειώνει η σημερινή μου παρουσίαση. Ελπίζω στον περιορισμένο χρόνο που είχαμε να πήρατε μια γεύση από την παρέμβαση της αισθητηριακής ολοκλήρωσης και το πώς σχετίζεται με τις ανάγκες των παιδιών με αυτισμό. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την προσοχή σας.»

πηγή: http://www.autismhellas.gr/fasma/docs/18.htm

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙA

Ayres, A.J. (1972) Sensory Integration and learning disorders. Los Angeles: Western Psychological Services.

Ayres, A.J. (1979) Sensory Integration and the child. Los Angeles: Western Psychological Services.

Bundy, A.C., Lane, S.J. and Murray, E.A. (2002) Sensory Integration: Theory and Practice (2nd ed.). Philadelphia: F.A. Davis.

Kandel, E.R., Schwartz, J.H. and Jessell, T.M. (1991) Principles of neural science (3rd ed.). Norwalk, CT: Appleton and Lange.

Parham, L.D. and Mailloux, Z. (1996) Sensory Integration. In J. Case-Smith, A.S. Allen and P.N. Pratt (Eds.), Occupational Therapy for children (3rd ed., pp.307-355). St Louis: Mosby-Year Book, Inc

Smith Roley, S., Blanche, E.I., Schaaf, R.C. (2001) Understanding the nature of Sensory Integration with diverse populations. USA: Therapy Skill Builders.