Επιλέγοντας το κατάλληλο κείμενο για το κάθε παιδί

Συχνά, στην προσπάθειά μας να δώσουμε ένα κείμενο κατάλληλο για το αναγνωστικό επίπεδο του μαθητή μας, καταλήγουμε να δίνουμε ένα κείμενο  κατάλληλο μεν για ανάγνωση και κατανόηση, εντελώς ακατάλληλο δε ως προς τα ενδιαφέροντά του ή την ηλικία του. Για παράδειγμα, ένα κείμενο που μιλάει για μια χαριτωμένη γατούλα μπορεί να είναι ιδανικό για ένα παιδάκι μικρής τάξης του δημοτικού αλλά ανυπόφορα αδιάφορο για ένα μεγαλύτερο παιδί.

Η αλήθεια είναι ότι χρειαζόμαστε όσο τίποτα άλλο το ενδιαφέρον του μαθητή μας γι’ αυτό που πρόκειται να τον διδάξουμε. Κι αυτό ισχύει για όλους, μικρούς και μεγάλους, αλλά πολύ περισσότερο για τα παιδιά που αντιμετωπίζουν μια μαθησιακή δυσκολία και η διαδικασία της ανάγνωσης και της επεξεργασίας ενός κειμένου είναι κάτι που ούτως ή άλλως τους δυσκολεύει και γενικά το αποφεύγουν. Φανταστείτε τώρα εκτός από δύσκολο να είναι και αδιάφορο ή βαρετό.

Πόσο εύκολο όμως είναι να βρούμε ένα κείμενο κατάλληλο για τον μαθητή μας, τόσο ως προς την ανάγνωση και την κατανόησή του όσο και ως προς τα ενδιαφέροντά του ή την ηλικία του;

Δυστυχώς, καθόλου εύκολο. Συνήθως, τα θέματα που πιθανόν να ενδιαφέρουν έναν έφηβο είναι γραμμένα με τέτοιον τρόπο, ώστε να απευθύνονται σε ανθρώπους με υψηλότερο αναγνωστικό επίπεδο απ’ αυτό του μαθητή μας. Από την άλλη, αυτά που ανταποκρίνονται στο αναγνωστικό του επίπεδο απευθύνονται σε παιδιά μικρότερης ηλικίας.

Οπότε τι κάνουμε;

  • Βρίσκουμε κείμενα (από εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία) κατάλληλα για την ηλικία ή τα ενδιαφέροντα του μαθητή μας. Μπορεί και ο ίδιος να βοηθήσει σ’ αυτό φέρνοντας κάτι που θα ήθελε να διαβάσει.
  • Διαλέγουμε αυτά που είναι όσο το δυνατόν απλούστερα στο λεξιλόγιο, τη σύνταξη και τη δομή ή αυτά που επιδέχονται επεξεργασία. Κείμενα με εξειδικευμένη ορολογία είναι δύσκολο να απλοποιηθούν.
  • Προχωράμε στην επεξεργασία του κειμένου. Κάνουμε τις απαραίτητες μετατροπές, ώστε να απλοποιήσουμε τα σημεία εκείνα που πιθανόν να δυσκολέψουν τον μαθητή μας. Για παράδειγμα, μία περίοδος λόγου με πολλές δευτερεύουσες προτάσεις μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην κατανόησή του, οπότε τη «σπάμε» σε μικρότερες περιόδους.
  • Κάποια σημεία είναι πιθανόν να μην μπορούν να απλοποιηθούν, οπότε ή τα ξαναγράφουμε εμείς χρησιμοποιώντας εντελώς διαφορετική γλώσσα ή τα παραλείπουμε εντελώς, αν κρίνουμε ότι δεν είναι σημαντικά για το υπόλοιπο νόημα του κειμένου.
  • Μπορούμε ακόμα να αλλάξουμε το μέγεθος της γραμματοσειράς του κειμένου, τα κενά ανάμεσα στις λέξεις και τις σειρές και τα περιθώρια της σελίδας, προκειμένου να διευκολύνουμε περισσότερο την ανάγνωση του μαθητή μας αλλά και να «δώσουμε χώρο»  για πολύτιμες σημειώσεις.
  • Προβλέπουμε ποιες λέξεις ή φράσεις θα δυσκολέψουν τον μαθητή μας και δίνουμε τη σημασία τους σ’ ένα μικρό γλωσσάρι στο τέλος του κειμένου.
  • Δεν παραλείπουμε τις εικόνες, αντίθετα, αν μπορούμε, εμπλουτίζουμε το κείμενό μας και με άλλες συμβάλλοντας έτσι στην καλύτερη κατανόηση του κειμένου, αποφεύγοντας βέβαια τις υπερβολές.

Σημαντικό είναι να θυμάστε ότι με άλλα κριτήρια επιλέγουμε ένα κείμενο που θα το επεξεργαστούμε μαζί με το παιδί, δηλαδή θα το διδάξουμε, και με άλλα κριτήρια επιλέγουμε ένα κείμενο που το παιδί θα το επεξεργαστεί εντελώς μόνο του, χωρίς βοήθεια. Προφανώς, το κείμενο στο οποίο θα δεχτεί τη βοήθειά μας, μπορεί, και πρέπει να είναι, λίγο πιο δύσκολο, λίγο πιο απαιτητικό, απ’ αυτό που μπορεί να δουλέψει ανεξάρτητα.

Η διαδικασία αυτή δεν είναι καθόλου εύκολη. Απαιτεί από τον ειδικό να αφιερώσει πολύ χρόνο και κόπο για να «κόψει και να ράψει» το κείμενο στα μέτρα του μαθητή του. Έχει όμως εξαιρετικά αποτελέσματα, όχι μόνο στον καθαρά γνωστικό τομέα αλλά και στον συναισθηματικό, προσφέροντας στο παιδί αυτοπεποίθηση και σιγουριά.

 

Έλενα Γεωργουλή

Ειδική Παιδαγωγός, MSc Ειδική Αγωγή, Υπ. Διδάκτορας Πανεπιστημίου Πατρών